Geopolitical Research Institute(GRI)/Εταιρεία Γεωπολιτικών Ερευνών(ΕΓΕ)

Τετάρτη, 18 Ιουλίου 2012

Η αδιέξοδη ευρωπαϊκή νομισματική ένωση

NEA, 18.6.11 «Είναι ίσως λογικό να αναµένουµε ότι οι κουρασµένοι από την Ευρώπη λαοί θα απορρίψουν τη µεταβίβαση κι άλλων κυριαρχικών εθνικών δικαιωµάτων» στην Ε.Ε., λέει ο Χάµπερµας. «Αυτή η πρόγνωση είναι πάρα πολύ βολική, καθώς οι πολιτικές ελίτ απαλλάσσουν τον εαυτό τους από την ευθύνη για την αξιοθρήνητη κατάσταση της Ενωσης. ∆εν είναι αυτονόητο ότι έχει πια ξεθωριάσει το παλαιό κύµα ισχυρής υποστήριξης της ευρωπαϊκής ιδέας. Η ευρωπαϊκή ενοποίηση βρίσκεται σε αδιέξοδο, διότι δεν µπορεί να προσαρµοστεί σε ένα µοντέλο µεγαλύτερης συµµετοχής των πολιτών. Οπαδός της ενιαίας Ευρώπης και εισηγητής ενός οµοσπονδιακού συστήµατος διακυβέρνησης που ο ίδιος αποκαλεί «Μεταεθνικό Αστερισµό», ο γερµανός φιλόσοφος Γιούργκεν Χάµπερµας, µε πρόσφατο εκτεταµένο άρθρο του που πρωτοδηµοσιεύθηκε στην ιστοσελίδα της εκδοτικής οµάδας «Blaetter fuer deutsche und internationale Politik», παίρνει θέση για την αδυναµία της Ευρώπης να αντιµετωπίσει την ελληνική κρίση. Κρίνει ότι το πρόβληµα είναι δοµικό, ότι η ίδια η αρχιτεκτονική της ΟΝΕ δεν είχε προβλέψει θεσµούς ευέλικτους για να αντιµετωπίσουν ενδεχόµενη ανισορροπία του συστήµατος. Μεταξύ των άλλων, σηµειώνει: «Το δηµοσιονοµικό ζήτηµα, αν δηλαδή ο µηχανισµός σταθερότητας που συµφωνήθηκε στις Βρυξέλλες δώσει τέλος στην κερδοσκοπία γύρω από το ευρώ, το αφήνω ανοικτό. Πιο σηµαντικό είναι το πολιτικό ζήτηµα, που συνδέεται µε τα σφάλµατα στην αρχιτεκτονική της Νοµισµατικής Ενωσης, τα οποία η κερδοσκοπία στις χρηµατοπιστωτικές αγορές έχει τώρα καταστήσει προφανή σε όλους. Οταν εισήχθη το ευρώ το 1999, ορισµένοι συνέχιζαν να τρέφουν ελπίδες ότι η πολιτική διαδικασία της ενοποίησης θα συνεχιστεί. Αλλοι υποστηρικτές του κοινού νοµίσµατος πίστευαν στον ορθόδοξο κανόνα του φιλελευθερισµού, που δίνει µεγαλύτερη σηµασία στο οικονοµικό σύστηµα παρά στη δηµοκρατία. Νόµιζαν ότι η τήρηση απλών κανόνων προκειµένου να σταθεροποιηθούν οι εθνικοί προϋπολογισµοί θα αρκούσε για να επιτευχθεί η εναρµόνιση (όπως υπολογίζεται µε βάση το κόστος εργασιακής µονάδας) των εθνικών οικονοµικών εξελίξεων. Και οι δύο προσδοκίες διαψεύστηκαν. H ταχεία διαδοχή των κρίσεων στα δηµοσιονοµικά, στο χρέος και στο ευρώ, αποκάλυψε την εσφαλµένη κατασκευή µιας τεράστιας οικονοµικής και νοµισµατικής ζώνης, η οποία στερείται τα µέσα για να ασκήσει κοινή οικονοµική πολιτική». Στη συνέχεια του άρθρου του, ο Χάµπερµας αναφέρεται σε ένα δοµικό πρόβληµα της ΟΝΕ που µετατρέπεται σε πρόβληµα δηµοκρατίας: την υποχρέωση των εθνικών Κοινοβουλίων να προωθούν δηµοσιονοµικές µεταρρυθµίσεις που έχουν αποφασιστεί κεντρικά. Γράφει σχετικά: «Οι αρχηγοί τωνκυβερνήσεων έχουν δεσµευθεί να εφαρµόσουν έναν κατάλογο µέτρων δηµοσιονοµικής, οικονοµικής, κοινωνικής και µισθολογικής πολιτικής στις χώρες τους, µέτρων που οποτεδήποτε άλλοτε θα ήταν υπόθεση των εθνικών Κοινοβουλίων. Ενα µοντέλο πολιτικής µε γερµανική σφραγίδα αντανακλάται στις σχετικέςσυστάσεις. ∆εν θα ήθελα να µιλήσω για την πολιτικoοικονοµική σοφία των επιταγών περί λιτότητας, η οποία απειλεί να οδηγήσει σε αντιπαραγωγικό, µακροχρόνιο αποπληθωρισµό την περιφέρεια. Θα επικεντρωθώ στη διαδικασία: αρχηγοί κυβερνήσεων προτίθενται να επιτηρούν ο ένας τον άλλον κάθε χρόνο για να δουν αν οι συνάδελφοί τους έχουν προσαρµόσει το επίπεδο του χρέους, την ηλικία συνταξιοδότησης και την απορρύθµιση της αγοράς εργασίας, τις κοινωνικές παροχές και το σύστηµα υγείας, τους µισθούς στον δηµόσιο τοµέα, το επίπεδο των µισθών, τη φορολογία των επιχειρήσεων και πολλά άλλα στις “κατευθύνσεις” του Ευρωπαϊκού Συµβουλίου». Στο πλαίσιο αυτής της γκρίζας ζώνης, προσθέτει, «τα εθνικά Κοινοβούλια (ενδεχοµένως και τα συνδικάτα) δικαιούνται να ισχυρίζονται ότι οι αποφάσεις που έχουν ληφθεί προηγουµένως αλλού απλώς επικυρώνονται στη συνέχεια κατά πλειοψηφία», κάτι που αποβαίνει εις βάρος της δηµοκρατικής νοµιµοποίησης. «Τέτοιου είδους αποφάσεις χρειάζονται νοµιµοποίηση και µε τους δύο τρόπους που προβλέπονται για τις αποφάσεις της Ε.Ε. – όχι µόνο εµµέσως, από τις κυβερνήσεις που εκπροσωπούνται στο Συµβούλιο, αλλά και απευθείας µέσω του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου». Το ζήτηµα λοιπόν, κατά τον Χάµπερµας, είναι ότι στη σηµερινή Ευρωπαϊκή Ενωση συνεχίζουν να είναι ισχυρές οι εθνικές κυβερνήσεις, έναντι µιας ανίσχυρης κεντρικής/ οµοσπονδιακής αρχής. «Οι “εθνικοί ήρωες” είναι απέναντι “στους άλλους” που ευθύνονται για τα δεινά που έχει προκαλέσει το τέρας των Βρυξελλών. Μόνο όταν δουν το Κοινοβούλιο στο Στρασβούργο ως σώµα που εκλέγεται από αυτούς και συγκροτείται στη βάση παραταξιακών και όχι εθνικών γραµµών, θα µπορέσουν οι πολίτες της Ευρώπης να αντιληφθούν τα καθήκοντα του ελέγχου της οικονοµικής πολιτικής ως καθήκοντα που πρέπει να πραγµατώνονται από κοινού», γράφει χαρακτηριστικά ο φιλόσοφος. Υπάρχει εναλλακτική λύση; «Είναι ίσως λογικό να αναµένουµε ότι οι κουρασµένοι από την Ευρώπη λαοί θα απορρίψουν τη µεταβίβαση κι άλλων κυριαρχικών εθνικών δικαιωµάτων» στην Ε.Ε., λέει ο Χάµπερµας. «Αυτή η πρόγνωση είναι πάρα πολύ βολική, καθώς οι πολιτικές ελίτ απαλλάσσουν τον εαυτό τους από την ευθύνη για την αξιοθρήνητη κατάσταση της Ενωσης. ∆εν είναι αυτονόητο ότι έχει πια ξεθωριάσει το παλαιό κύµα ισχυρής υποστήριξης της ευρωπαϊκής ιδέας. Η ευρωπαϊκή ενοποίηση βρίσκεται σε αδιέξοδο, διότι δεν µπορεί να προσαρµοστεί σε ένα µοντέλο µεγαλύτερης συµµετοχής των πολιτών. Αντί να επιδιώκουν αυτή τη συµµετοχή, οι πολιτικές ελίτ στρουθοκαµηλίζουν, αποξενώνοντας κι άλλο τους ευρωπαίους πολίτες. Μέχρι σήµερα δεν έχει γίνει ούτε µία ευρωπαϊκή εκλογική διαδικασία σε οποιοδήποτε κράτος µέλος και σχεδόν κανένα δηµοψήφισµα στο οποίο το θέµα να µην είναι εθνικού ενδιαφέροντος ήνα µην έχει να κάνει µε τους εκπροσώπουςτης χώρας στα κοινοτικά όργανα. […] Το ότι οι πολίτες υποτιµούν τη σηµασία όσων συµβαίνουν στις αποµακρυσµένες, όπως πιστεύουν, Βρυξέλλες και στο Στρασβούργο είναι µια παρεξήγηση που πρέπει να απαντηθεί, µια κρίσιµη ερώτηση την οποία συστηµατικά τα πολιτικά κόµµατα επίµονα αποφεύγουν».