Geopolitical Research Institute(GRI)/Εταιρεία Γεωπολιτικών Ερευνών(ΕΓΕ)

Σάββατο, 30 Ιουνίου 2012

Γιατί δεν έγιναν τουρκικά αντίποινα στη Συρία

Το μεσημέρι της προηγούμενης Παρασκευής, η Τουρκία συνταράχτηκε από την είδηση που στην κυριολεξία έπεσε ως κεραυνός εν αιθρία! Τη στιγμή που η Συρία σπαράσσεται από έναν πόλεμο που μαίνεται στο εσωτερικό της, έναν πόλεμο που δίνουν οι ένοπλες δυνάμεις και οι δυνάμεις ασφαλείας της χώρας εναντίον ομάδων που εξοπλίζονται σχεδόν φανερά και χρησιμοποιούν ως βάση εκπαίδευσης και εξόρμησης την Τουρκία, οι συριακές δυνάμεις αεράμυνας κατέρριψαν ένα τουρκικό κατασκοπευτικό αεροσκάφος τύπου Φάντομ RF-4E. Το τουρκικό αεροσκάφος, αφού προηγουμένως έκανε έλεγχο σήματος των ραντάρ του Ανεμουρίου και του Αμανός, που εποπτεύουν και ελέγχουν την αεροπορική κίνηση στη ΝΑ Μεσόγειο επ’ ωφελεία της τουρκικής Πολεμικής Αεροπορίας, πετώντας χαμηλά σε ύψος 100 μέτρων, επιχείρησε να τεστάρει το σύστημα αεροπορικής άμυνας της Συρίας, παραβιάζοντας το συριακό εναέριο χώρο. Τότε ακριβώς, το τουρκικό RF-4E «τράκαρε» πάνω σε ρωσικής κατασκευής κατευθυνόμενο βλήμα -οι Σύροι διατείνονται ότι το κατέρριψαν με αντιαεροπορικό όπλο-, με αποτέλεσμα να βυθιστεί σε βάθος χιλίων και πλέον μέτρων και σε απόσταση 9 ν.μ. από τις συριακές ακτές, παρασέρνοντας μαζί του και τους δυο χειριστές του. Ο Ερντογάν, που δεν είχε ξεπεράσει το σοκ από την πολύνεκρη επίθεση ανταρτών του ΡΚΚ εναντίον φυλακίου μονάδας του τουρκικού στρατού, η οποία έγινε την ώρα που ετοιμαζόταν να συναντήσει τον Μπαρακ Ομπάμα κατά την οποία έχασαν τη ζωή τους οκτώ και τραυματίστηκαν 19 στρατιώτες, έμαθε το νέο της κατάρριψης του τουρκικού αεροσκάφους τη στιγμή που κατέβαινε από το αεροπλάνο που τον μετέφερε από το επίσημο ταξίδι του στη Βραζιλία. Θα είχε τεράστιο ενδιαφέρον να γίνει μια ενδελεχής μελέτη του τρόπου με τον οποίον χειρίστηκε η τουρκική κυβέρνηση, το τουρκικό κράτος και οι τουρκικές ένοπλες δυνάμεις την εξέλιξη της κρίσης, γιατί η υπόθεση αυτή ήταν ένα τεστ των αντανακλαστικών του τουρκικού κράτους, το οποίο από μια πρώτη προσέγγιση και ανάλυση των δεδομένων συνελήφθη εντελώς απροετοίμαστο και ίσως ανίκανο να διαχειριστεί την κρίση. Τελικώς, αφού έγιναν συσκέψεις επί συσκέψεων, η Τουρκία για άλλη μια φορά απέφυγε να αναλάβει τις ευθύνες της, δηλώνοντας επίσημα ότι το αεροσκάφος της χτυπήθηκε στο διεθνή εναέριο χώρο, 13 ν.μ. ανοικτά των ακτών της Συρίας. Καταρρίπτοντας μάλιστα όλες τις θεωρίες αεροναυπηγικής και πτητικής, δήλωσαν ότι το αεροσκάφος χτυπημένο πέταξε μόνο του και έπεσε μετά από τέσσερα ολόκληρα μίλια, για να έχουν να λένε οι Σύροι και να κακολογούν την καλή Τουρκία. (Ένα απλό ερώτημα που τίθεται είναι αυτά τα τέσσερα χιλιόμετρα, γιατί δεν χρησιμοποίησαν οι χειριστές το εκτινασσόμενο κάθισμα για να σώσουν τις ζωές τους;) Στη συνέχεια, μετά τις συνήθεις τηλεφωνικές επαφές του Τούρκου υπουργού εξωτερικών με ομολόγους του συμμαχικών χωρών και τις ανάλογες δηλώσεις από ΗΠΑ και Αγγλία, που καταδίκαζαν απερίφραστα την κατάρριψη του τουρκικού αεροσκάφους, βάζοντας τον Άσαντ σε ακόμα πιο κεντρική θέση στο κάδρο των δαιμόνων, η τουρκική κυβέρνηση κατέφυγε στο ΝΑΤΟ, ζητώντας με βάση το Άρθρο 4 της Συμμαχίας στήριξη και αλληλεγγύη. Για να αντιληφθούμε ποια ακριβώς είναι η σημασία της καταφυγής της τουρκικής κυβέρνησης στο ΝΑΤΟ για το συγκεκριμένο θέμα, να υπενθυμίσουμε στους αναγνώστες μας ότι η Τουρκία, για να ισχυροποιήσει και να ‘απελευθερώσει’ την εξωτερική της πολιτική από τις Νατοϊκές δεσμεύσεις, είχε εκφράσει κατά το πρόσφατο παρελθόν την επιθυμία να αναπροσανατολίσει τη χώρα προς τον μουσουλμανικό κόσμο, το Ιράν και τη Ρωσία, ενώ δεν έχουν περάσει και πολλοί μήνες από την αλήστου μνήμης δημόσια δήλωση του Ερντογάν «Τί δουλειά έχει το ΝΑΤΟ στη Λιβύη;». Για όσους δεν το θυμούνται, να σημειώσουμε ότι τη συγκεκριμένη δήλωση έκανε ο Ερντογάν όταν το ΝΑΤΟ είχε αποφασίσει να επέμβει στη Λιβύη, χωρίς καν να ρωτηθεί η Τουρκία. Φυσικά, μετά από λίγες μέρες, ο ίδιος άνθρωπος αποφάσιζε να συμμετέχει με πολεμικά αεροσκάφη και φρεγάτες στη Νατοϊκή επιχείρηση εναντίον της Λιβύης, για να αποδείξει ότι πολιτικοί που κάνουν θεαματικές «κωλοτούμπες» και μάλιστα σε τόσο σοβαρά θέματα, υπάρχουν και σε άλλες χώρες της Μεσογείου πλην της Ελλάδος. Η καταφυγή της Τουρκίας στο ΝΑΤΟ για ένα θέμα καθαρά εθνικό, που θα έπρεπε να λυθεί με μονομερείς ή διμερείς ενέργειες, μπορεί να ερμηνευθεί όπως παρακάτω. Μετά την επιδείνωση των σχέσεων με το Ισραήλ, αποδυναμώθηκε αισθητά η θέση της Τουρκίας στη Μέση Ανατολή, γεγονός που έστρεψε την Άγκυρα προς το ΝΑΤΟ, με τη βοήθεια του οποίου σκοπεύει ή ελπίζει να διαχειριστεί το εξαιρετικά ασταθές περιβάλλον που δημιουργείται γύρω της, που τείνει να απειλήσει τη σταθερότητα και την εθνική ασφάλεια της ίδιας της Τουρκίας. Η στροφή αυτή προς το ΝΑΤΟ, αποτέλεσε καθοριστικό παράγοντα για την αποδοχή από πλευράς της Τουρκίας του αμερικανο-νατοϊκού ραντάρ της αντιπυραυλικής ασπίδας, που εγκαταστάθηκε στο Κιουρετζίκ της Μαλάτειας, που δημιουργεί σοβαρά και μόνιμου χαρακτήρα προβλήματα στις σχέσεις της Τουρκίας με το Ιράν και τη Ρωσία. Από την άλλη πλευρά, η Τουρκία αποφεύγει να λύσει το πρόβλημα που δημιουργήθηκε με την κατάρριψη του αεροσκάφους από τη Συρία, μέσω ισοδύναμων αντιποίνων ή μέσω διμερών συνεννοήσεων με τη Συρία, κινδυνεύοντας να χαρακτηριστεί ως ο «καρπαζοεισπράκτορας» της περιοχής, αφού μετά το Μαβί Μαρμαρά, που η Τουρκία δεν έκανε αντίποινα εναντίον του Ισραήλ, έρχεται ένα άλλο θέμα που μένει αναπάντητο από πλευράς της Άγκυρας, γιατί στην ουσία αισθάνεται εξαιρετικά αδύναμη να εμπλακεί σε μια περιπέτεια στη Συρία, χωρίς την ασφάλεια του ΝΑΤΟ, δηλαδή των ΗΠΑ και της Αγγλίας. Γιατί αισθάνεται αδύναμη; Παρ’ ότι η τουρκική κυβέρνηση έχει βάλει ως στόχο την εξουδετέρωση του ΡΚΚ και του κουρδικού απελευθερωτικού κινήματος μέχρι το 2014, που θα γίνει η σύνοδος των είκοσι πλουσιότερων χωρών του κόσμου στην Κωνσταντινούπολη, τις τελευταίες ημέρες οι αντάρτες του ΡΚΚ έχουν αυξήσει τις επιθέσεις τους εναντίον στρατιωτικών στόχων στο τουρκοκρατούμενο Κουρδιστάν, δείχνοντας ότι το κουρδικό ένοπλο κίνημα είναι ακόμα ζωντανό και επικίνδυνο για την ενότητα της Τουρκίας. Μάλιστα ο αρχηγός του τουρκικού Γενικου΄Επιτελείου, στρατηγός Νετζντέτ Οζέλ, φέρεται να πρότεινε στην τουρκική κυβέρνηση να αποφευχθεί μια ένοπλη σύγκρουση με τη Συρία, γιατί αυτό μπορεί να οδηγούσε σε ανεξέλεγκτες καταστάσεις στα ΝΑ της χώρας. Υπογραμμίζουμε ότι η τουρκική κυβέρνηση δεν συγκάλεσε την έκτακτη σύσκεψη του Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας, κάτι αδιανόητο για ένα τέτοιο θέμα, ενώ προτίμησε να κρατήσει στο περιθώριο τον αρχηγό του Γενικού Επιτελείου και τους άλλους ισχυρούς άνδρες των Τουρκικών Ενόπλων Δυνάμεων (ΤΕΔ) και για τους καθαρά επιχειρησιακούς λόγους που προαναφέρθηκαν αλλά και γιατί επιδίωξη του Ερντογάν και του κόμματός του είναι να κρατήσει τους στρατιωτικούς έξω και μακριά από τις πολιτικές αποφάσεις. Εκτός του τρόπου που διαχειρίζεται την κρίση το σύστημα εξουσίας στην Τουρκία, εξαιρετικό ενδιαφέρον πρέπει να παρουσιάζει για Κύπρο και Ελλάδα ο τρόπος με τον οποίο διαχειρίζεται η Τουρκία το ενδεχόμενο να διεξάγει πόλεμο σε ενάμισο μέτωπο. Δηλαδή στο μισό μέτωπο με το ΡΚΚ και στο μέτωπο με τη Συρία. Τα συμπεράσματα μας αφορούν άμεσα, γιατί μπορεί το σενάριο του «Πολέμου των Δυόμισο Μετώπων» να είναι στο ράφι μετά την παράδοση του Οτζαλάν, κανείς όμως δεν μπορεί να μας διασφαλίσει ότι κάποια στιγμή δεν μπορεί κάποιοι να το κατεβάσουν από το ράφι, πάντως όχι για να το ξεσκονίσουν... Source : Εφημερίδα ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

Γιατί μπαίνει στον μηχανισμό στήριξης η Κύπρος ;

Η Κύπρος θα πάρει αναγκαία, αλλά υποφερτά μέτρα, τόνισε ο πρόεδρος της Δημοκρατίας Δημήτρης Χριστόφιας, σημειώνοντας ότι η χώρα μπαίνει στο μηχανισμό στήριξης, όχι λόγω χρέους ή ελλείμματος, αλλά λόγω της έκθεσης των κυπριακών τραπεζών στα ελληνικά ομόλογα. Σε συνέντευξή του στη Νέα Ελληνική Τηλεόραση, που θα μεταδοθεί σήμερα το πρωί, ο πρόεδρος Χριστόφιας χαρακτήρισε θετικό το αποτέλεσμα της Συνόδου Κορυφής τόσο για τις χώρες του ευρωπαϊκού νότου όσο και για την Ευρωπαϊκή Ενωση συνολικά. Την Παρασκευή, μετά την ολοκλήρωση των εργασιών της Συνόδου Κορυφής, στις Βρυξέλλες, ο κ. Χριστόφιας ανέφερε ότι μέχρι το τέλος του χρόνου η Κύπρος θα πετύχει στόχους πιο κάτω από το 3% σε ό,τι αφορά στο δημοσιονομικό έλλειμμα. Ερωτηθείς πόσο μεγάλο είναι το πακέτο που ζητά η Κύπρος και εάν θα καλύψει μόνο τις τράπεζες, ο Πρόεδρος Χριστόφιας ξεκαθάρισε πρώτα ότι η περίπτωση της Κύπρου δεν αποτέλεσε αντικείμενο συζήτησης στη Σύνοδο Κορυφής. Πρόσθεσε ότι εφόσον έχουμε κάνει αίτηση, θα γίνει εξέταση «από πλευράς ανθρώπων της Ενωσης και αντιπροσωπείας της Ενωσης και της Κυπριακής Δημοκρατίας, που θα καταρτιστεί ως διαπραγματευτική ομάδα, της κατάστασης της κυπριακής οικονομίας». «Διότι εμείς ισχυριζόμαστε», σημείωσε, «ότι η κατάσταση της κυπριακής οικονομίας δεν απαιτεί στήριξη, εννοώ το δημοσιονομικό έλλειμμα και το δημόσιο χρέος. Εμείς πιστεύουμε ότι μέχρι το τέλος του χρόνου θα πετύχουμε στόχους πιο κάτω από το 3% σε ό,τι αφορά στο δημοσιονομικό έλλειμμα», υπογράμμισε. Αναφερόμενος στις συστάσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την κυπριακή οικονομία, είπε ότι η Κύπρος θεωρεί ότι ανταποκρίνεται θετικά στις συστάσεις, λέγοντας ότι «αυτό θα το αναλύσουμε πολύ συγκεκριμένα στους ανθρώπους της Ένωσης και όπου χρειαστεί». Εξέφρασε τη θέση ότι «περισσότερο, για να μην είμαι απόλυτος, θα χρειαστούμε βοήθεια για ανακεφαλαιοποίηση τραπεζών παρά για την οικονομία». Όπως είπε, το μέγεθος θα καθοριστεί κατά πολύ συγκεκριμένο τρόπο κατά τη διάρκεια των διαβουλεύσεων. «Δεν μπορούμε τώρα να εξαγγείλουμε μεγέθη παρόλο που οι εικασίες δίνουν και παίρνουν, άλλοι δέκα, φθάσαμε από τα 15 στα δέκα, μετά στα οκτώ. Εμείς πρέπει να είμαστε σοβαροί και εφόσον θα πούμε αριθμούς, οι αριθμοί θα πρέπει να είναι ακριβείς», σημείωσε. Κληθείς να αναφέρει τις δικές του εκτιμήσεις και σε παρατήρηση ότι οι εκτιμήσεις της Κομισιόν σύμφωνα με πληροφορίες κάνουν αναφορά σε οκτώ με δέκα δισ. ευρώ, ο Πρόεδρος είπε ότι το επίσημο κράτος, η Κυβέρνηση, δεν έχει αυτές τις πληροφορίες από τους επίσημους της Κομισιόν. «Οταν τις πάρουμε θα τις μετρήσουμε και τότε θα βάλουμε στο τραπέζι και δικούς μας αριθμούς. Δεν πρόκειται να πω τώρα αριθμούς, γίνονται σοβαρές μελέτες από πλευράς του Υπουργείου Οικονομικών», είπε. Σημείωσε ότι αρχικά γινόταν λόγος για 1,8 δισ. για τη Λαϊκή Τράπεζα, μετά η Τράπεζα Κύπρου ανακοίνωσε ότι δεν θα χρειαστεί ανακεφαλαιοποίηση και δύο μέρες μετά ειδοποίησε ότι θα χρειαστεί μισό δισ. ευρώ. «Αρα δεν μπορώ να λέω αριθμούς, εφόσον δεν έχουμε ολοκληρώσει μια σε βάθος έρευνα σε ό,τι αφορά τους αριθμούς, που θα αναγκαστούμε στο τέλος να συζητήσουμε με την Κομισιόν», κατέληξε. Source : kathimerini.cy