Geopolitical Research Institute(GRI)/Εταιρεία Γεωπολιτικών Ερευνών(ΕΓΕ)

Πέμπτη, 8 Μαρτίου 2012

Γιατί η Ρωσία στηρίζει τον Άσαντ

Οι επαφές κυβερνητικών αξιωματούχων της Ρωσίας με την κυβέρνηση της Συρίας δεν σταμάτησαν ποτέ. Πληροφορίες δε από το Λονδίνο αλλά και την Ουάσινγκτον αναφέρουν ότι οι μυστικές υπηρεσίες των δύο χωρών ανταλλάσσουν απόψεις και συνεργάζονται σε πολλά επίπεδα. Η Μόσχα διατείνεται ότι δεν έχει σκοπό να ωθήσει τον Πρόεδρο Άσαντ σε παραίτηση και να του προσφέρει έναν ευχάριστο τόπο εξορίας, αλλά αντιθέτως, υποστηρίζει ότι επιθυμεί το διάλογο μεταξύ Αντιπολίτευσης και κυβέρνησης στη Δαμασκό, όσο και την προώθηση πολιτικών μεταρρυθμίσεων.


Ο υπουργός Εξωτερικών της Ρωσίας Σεργκέι Λαβρόφ, κατά την τελευταία επίσκεψη στη Δαμασκό ζήτησε από τον Πρόεδρο Άσαντ να προχωρήσει σε δημοψήφισμα για νέο πλουραλιστικό σύνταγμα, όπως και έγινε, αλλά και συνεννόηση της κυβέρνησης με τον Αραβικό Σύνδεσμο, του οποίοι οι θέσεις και δραστηριότητες θεωρούνται από τη Μόσχα, σταθεροποιητικές για τη Μέση Ανατολή. Στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ η Ρωσία μαζί με την Κίνα απέτρεψαν την επίσημη καταδίκη της κυβέρνησης της Συρίας, ενώ παρεμπόδισαν την επιβολή νέων διεθνών κυρώσεων αλλά και μια πιθανή εξωτερική στρατιωτική επέμβαση.

Πολλοί λένε ότι η προσπάθεια πολιτικού συμβιβασμού στη Συρία έρχεται πολύ αργά για να επιτύχει, και ότι de facto, o εμφύλιος πόλεμος έχει ξεκινήσει. Την ίδια ώρα οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Ευρώπη, η Τουρκία και οι χώρες του Περσικού Κόλπου θεωρούν τον Πρόεδρο Άσαντ τελειωμένο. Διεθνείς αναλυτές εκτιμούν ότι η Ρωσία θα μπορούσε να έχει επιλύσει την κρίση στη Συρία αν είχε παρέμβει δυναμικά, ένα χρόνο νωρίτερα. Ως παραδοσιακός σύμμαχος της Συρίας και μεγάλος προμηθευτής όπλων, η Μόσχα θα μπορούσε να αποτελέσει αποτελεσματικότερο διαμεσολαβητή από την Άκυρα.

Η στάση της Ρωσίας απέναντι στη Συρία μπορεί να εξηγηθεί από το πόσο σημαντική θεωρεί τη χώρα αυτή η Μόσχα. Οι δεσμοί της οικογένειας Άσαντ με τη Μόσχα υπάρχουν εδώ και τέσσερις δεκαετίες, ενώ η γεωγραφική θέση της Συρίας έχει τεράστια στρατηγική σημασία στη Μέση Ανατολή, καθώς γειτνιάζει με το Ισραήλ, το Ιράκ, την Τουρκία και βρίσκεται κοντά στην Αίγυπτο, το Ιράν και τη Σαουδική Αραβία, αλλά και την Κύπρο και την Ελλάδα.

Στην Ταρτούς της Συρίας η Ρωσία διαθέτει ναυτική βάση ανεφοδιασμού του στόλου της, ενώ η αξία των όπλων που πούλησε στη Συρία την τελευταία δεκαετία ξεπερνά το 1,5 δισεκατομμύριο δολάρια. Η Δαμασκός είναι ο έβδομος καλύτερος πελάτης της ρωσικής βιομηχανίας όπλων. Για να καταλάβει κάποιος τη συμπεριφορά του Κρεμλίνου απέναντι στη Συρία και τις αντιρρήσεις απέναντι στην πολιτική της Δύσης και των αραβικών κρατών στην περιοχή, θα πρέπει να επεξεργαστεί το όλο ζήτημα από ευρύτερη οπτική γωνία.

Πριν από ένα χρόνο η Ρωσία απείχε από την ψηφοφορία για την επιβολή ζώνης απαγόρευσης πτήσεων πάνω από τη Λιβύη, επιτρέποντας έτσι την ψήφιση του σχεδίου. Αυτό που στην αρχή είχε βαπτισθεί επιχείρηση για την προστασία των αμάχων στη Βεγγάζη και αλλού, εξελίχθηκε σε ανοικτό πόλεμο κατά της κυβέρνησης της Λιβύης και σε αγώνα για την ανατροπή του καθεστώτος Καντάφι. Η στρατιωτική επέμβαση κατέληξε στον εξευτελιστικό θάνατο του Μουαμάρ Καντάφι αλλά και πολλών πολιτών που πέθαναν στα χέρια πολιτικών τους αντιπάλων ή εγκληματιών. Το ότι οι στρατιωτικές επιχειρήσεις του ΝΑΤΟ πήγαν πέρα από αυτό που προέβλεπε το σχετικό ψήφισμα του ΟΗΕ, δεν φαίνεται να ενόχλησε τις κυβερνήσεις της Δύσης.

Η κυβέρνηση της Ρωσίας είναι εξαιρετικά συντηρητική και απεχθάνεται τις επαναστάσεις. Αυτό δεν είναι μόνον ιδεολογική επιλογή, πηγάζει και από την ισχυρή πεποίθηση που επικρατεί στο Κρεμλίνο ότι η Αραβική Άνοιξη οδηγεί σταδιακά στην ισλαμοποίηση του Αραβικού Κόσμου και των χωρών του Μαγκρέμπ. Αν η ιστορική αναλογία της Δύσης είναι το 1848 ή το 1989 στην Ευρώπη, για το Κρεμλίνο η ιστορική αναλογία είναι το 1917 στη Ρωσία. Η Μόσχα στηρίζει τις απόψεις της και στα αποτελέσματα των πρόσφατων εκλογών στην Τυνησία και ιδιαίτερα στην Αίγυπτο όπου κυριαρχεί πλέον η Μουσουλμανική Αδελφότητα. Επίσης η Ρωσία υποστηρίζει ότι στη Λιβύη μετά τον Καντάφι επικρατεί χάος, και ότι η χώρα κινδυνεύει με διάλυση. Το Κρεμλίνο φοβάται επίσης ότι η σεκταριστική βία στη Συρία θα επηρεάσει και γειτονικές χώρες, όπως ο Λίβανος και το Ισραήλ.

Η κυβέρνηση του Προέδρου πλέον Βλαντιμίρ Πούτιν πιστεύει ότι η εξωτερικές παρεμβάσεις σε χώρες όπου μια επανάσταση είναι σε εξέλιξη, το μόνο που πετυχαίνει είναι να κάνει τα πράγματα χειρότερα. Επίσης η Μόσχα πιστεύει ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες και οι χώρες της Δύσης παρεμβαίνουν στρατιωτικά μόνον όταν γνωρίζουν ότι θα έχουν ελάχιστες ή μηδενικές απώλειες όπως έγινε στη Λιβύη, πιστεύει όμως ότι η Συρία είναι εντελώς διαφορετική περίπτωση. Το Κρεμλίνο εκτιμά ότι ο εξοπλισμός του Ελεύθερου Στρατού της Συρίας δεν αρκεί για να ανατραπεί ο Πρόεδρος Άσαντ, στον οποίο ο στρατός είναι πιστός και αφοσιωμένος., ενώ ένας πόλεμος με τη συμμετοχή της Τουρκίας και αραβικών χωρών θεωρείται εξαιρετικά πιθανός.

Επιπλέον οι Ρώσοι υποψιάζονται ότι ο μόνος λόγος για τον οποίο η Δύση πιέζει τη Δαμασκό είναι για να “ληστέψει” τον ορυκτό πλούτο της χώρας και να στερήσει την Τεχεράνη από το μοναδικό της σύμμαχο στην περιοχή. Πίσω από τις δραστηριότητες χωρών του Περσικού Κόλπου και ειδικά του Κατάρ για το ζήτημα της Συρίας, η Μόσχα διαβλέπει την αυξανόμενη επιρροή της Σαουδικής Αραβίας, που έχει ιστορική αντιπαλότητα με το θεοκρατικό Ιράν. Οι Ρώσοι επίσης ανησυχούν για τις “νεο – οθωμανικές” φιλοδοξίες της Τουρκίας αλλά και την πιθανότητα το Ισραήλ να επιτεθεί σε πυρηνικές εγκαταστάσεις του Ιράν, κάτι που θα μπορούσε να εμπλέξει τις Ηνωμένες Πολιτείες σε ένα μεγάλο περιφερειακό πόλεμο.

Βέβαια το να εφοδιάζει κάποιος με όπλα την κυβέρνηση της Συρίας κατά τη διάρκεια ενός πιθανού εμφυλίου πολέμου δεν είναι ό,τι καλύτερο για τις σχέσεις της Ρωσίας με τη Δύση, που θεωρεί τη στάση της Μόσχας πολιτικά ανήθικη, και σίγουρα θα πλήξει τα ρωσικά συμφέροντα στη Δύση. Μια ανοικτή διαμάχη με το Κατάρ, την Τουρκία και τη Σαουδική Αραβία είναι μάλλον κάτι που το Κρεμλίνο θα θέλει να αποφύγει. Διεθνείς αναλυτές εκτιμούν ότι ίσως η Ρωσία είναι εξαναγκασμένη να τηρήσει σκληρή στάση για την κρίση στη Συρία, ώστε να μην χάσει τεράστια ποσά από το εμπόριο όπλων και άλλων υλικών, όπως έγινε στη Λιβύη, όπου η Μόσχα έχασε συμβόλαια ύψους τεσσάρων δισεκατομμυρίων δολαρίων. Αν τελικά τα πράγματα εξελιχθούν έτσι, αυτό θα αποτελεί πλήγμα για τα ανθρώπινα δικαιώματα, τη δημοκρατία και την ηθική.
Source : infognomonpolitics.blogspot.com

Η Αναγέννηση του Εθνους - Κράτους

Ένας από τους θεμελιώδεις μύθους της εποχής μας είναι πως η παγκοσμιοποίηση απαξίωσε εντελώς την έννοια του Έθνους-Κράτους. Ακούμε πως οι τεχνολογικές επαναστάσεις στις μεταφορές και τις επικοινωνίες συρρίκνωσαν τον κόσμο μας και κατάργησαν τα σύνορα μεταξύ των κρατών.
Ωστόσο, η παγκόσμια οικονομική κρίση που έχει ενσκήψει, διέλυσε αυτό τον μύθο. Ποιοι ήταν αυτοί που διέσωσαν τις τράπεζες που κατέρρεαν, που τόνωσαν την χρηματοπιστωτική αγορά με «ενέσεις ρευστότητας» και που προμήθευσαν τους άνεργους με το «δίχτυ ασφαλείας» που θα τους έσωζε από μια ολοκληρωτική καταστροφή; Η απάντηση είναι μια: οι εθνικές κυβερνήσεις. Η G-20, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και η Επιτροπή Βασιλείας για την Εποπτεία των τραπεζών (Basel Committee on Banking Supervision) ήταν απλώς παρατηρητές των εξελίξεων. Ακόμη και στην Ευρώπη, όπου οι τοπικοί θεσμοί είναι σχετικά ισχυροί, τις πρωτοβουλίες στην επιβολή νόμων και τις αποφάσεις τις πήραν άνθρωποι που εκπροσωπούν εθνικά συμφέροντα, όπως η γερμανίδα Καγκελάριος Ανγκελα Μέρκελ.
Ακόμη όμως κι αν το Έθνος-Κράτος επιβιώσει, η φήμη του κινδυνεύει να σπιλωθεί. Η επίθεση εναντίον του παίρνει δυο μορφές: κατά πρώτον, μια κριτική από τους οικονομολόγους πως οι κατά τόπους κυβερνήσεις αποτελούν εμπόδιο για την ελεύθερη διακίνηση αγαθών, κεφαλαίων, ακόμη και ανθρώπων, ανά την υφήλιο. Όμως, από την άλλη, ποιος θα θέσει τους κανόνες των χρηματαγορών, αν όχι τα έθνη-κράτη; Η έννοια του Laissez-faire είναι μια συνταγή για ακόμη μεγαλύτερες οικονομικές κρίσεις και πολιτικές διαμάχες. Επισης, σημαίνει πως πρέπει να εμπιστευτούμε την οικονομική μας πολιτική σε τεχνοκράτες και αυτό δεν είναι κάτι που βολεύει την κατάσταση. Όμως οι έννοιες «τεχνοκράτες» και «Laissez-faire» δεν παρέχουν μια ικανοποιητική εναλλακτική πρόταση απέναντι στο έθνος-κράτος, αφού η διάβρωση του έθνους-κράτους στο τέλος κάνει ελάχιστο καλό στις διεθνείς χρηματαγορές, όσο έχουμε έλλειψη από ζωτικούς μηχανισμούς μιας διεθνούς διακυβέρνησης.
Κατά δεύτερον, η κριτική έρχεται από κοσμοπολίτες διανοητές που καταγγέλλουν την πλαστότητα των εθνικών συνόρων. Όπως έχει τονίσει ο φιλόσοφος Πίτερ Σίνγκερ, η παγκοσμιοποίηση των επικοινωνιών έχει δημιουργήσει ένα «παγκόσμιο κοινό θεατών», γύρω από τους οποίους μπορεί να δημιουργηθεί ένα πλέγμα «παγκόσμιων κανόνων ηθικής». Χωρίς να είναι σίγουρο κατά πόσο κάτι τέτοιο όντως ισχύει, έρευνες της εταιρείας πολιτικοκοινωνικών δημοσκοπήσεων World Values Survey έχουν δείξει πως παραμένει ισχυρή η ανθρώπινη προσκόλληση πάνω στην έννοια του έθνους-κράτους.
Κι όμως εμείς παραμένουμε ακόμη πιστοί στον μύθο της πτώσης του έθνους-κράτους. Οι πολιτικοί μας ηγέτες, ωστόσο, δηλώνουν ανικανότητα να επιληφθούν του θέματος, οι διανοούμενοι ονειρεύονται κοινά παγκόσμια/κυβερνητικά σχήματα διακυβέρνησης ενώ οι ηττοπαθείς γκρινιάζουν διαρκώς για τους μετανάστες ή τις εισαγωγές. Και οι όποιες συζητήσεις περί ενίσχυσης του έθνους-κράτους κάνει πολλούς σεβαστούς διανοητές να τρέχουν, λες και κάποιος πρότεινε να ξαναζήσουμε την Μαύρη Πανώλη.
Αυτό δεν σημαίνει πως πρέπει να απορρίψουμε συλλήβδην κάθε πιθανότητα πως στο εγγύς μέλλον θα διαμορφωθεί όντως μια αληθινή παγκόσμια συνείδηση, που θα πορεύεται από κοινού με τις όποιες διεθνικές πολιτικές κοινότητες. Ωστόσο, για το σήμερα οι άνθρωποι θα εξακολουθούν να προστρέχουν για βοήθεια στις εθνικές τους κυβερνήσεις, οι οποίες εξακολουθούν να παραμένουν η μεγαλύτερη μας ελπίδα για μια συλλογική δράση. Η έννοια του έθνους-κράτους μπορεί να αποτελεί ένα κειμήλιο που μας κληροδότησε η γαλλική Επανάσταση, αλλά μέχρι στιγμής είναι ό,τι καλύτερο διαθέτουμε.
Source : TO BHMA

* O Ντάνι Ρόντρικ είναι καθηγητής Διεθνούς Πολιτικής Οικονομίας στο πανεπιστήμιο Χάρβαρντ και συγγραφέας του βιβλίου «The Globalization Paradox: Democracy and the Future of the World Economy».